J. Edgar (2011)

Γράφει: Ηλίας Δημόπουλος στις
8

 

Βιογραφία – Η.Π.Α. – 137’
 

Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ


Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο ντι Κάπριο, Άρμι Χάμερ, Ναόμι Γουότς, Τζούντι Ντεντς

 


Υπάρχει ένα ιστγουντικό σκηνοθετικό χαρακτηριστικό που οφείλεις να λάβεις υπ’ όψιν σου προσεγγίζοντας την μακράν φιλοδοξότερη ταινία της 40χρονης σκηνοθετικής του καριέρας: Η υποδήλωση. Στο σινεμά του Ίστγουντ, τα πάντα είναι σαν το φως της διεύθυνσης φωτογραφίας των εκάστοτε συνεργατών του: Πολλούς τόνους πιο κάτω. Τα πρόσωπα, οι κουβέντες, τα (περίφημα- αλλά όχι για όλους ενδιαφέροντα) νοήματα, τα μοτίβα. Κατά κανόνα, ο υπαινιγμός προτιμάται ακόμα και της έμμεσης αναφοράς. Για παράδειγμα, στην σκηνή του τελευταίου διαλόγου του Χούβερ με τον σύντροφό του, εκείνος θα του πει: «Μπορείς να λες ψέματα κι ανακρίβειες σ’ όλους για τ’ ανδραγαθήματά σου, αλλά εμένα δεν με ξεγελάς». Στο ιστγουντικό σύμπαν αυτό αρκεί (;) για να καταλάβεις πως ο Τόλσον εννοεί και τα όσα αφορούν στην συναισθηματική, ανδρική, συμπεριφορά του επί 48 χρόνια διευθυντή του F.B.I. Στο μεσοδιάστημα των δύο ωρών, ωστόσο, ο gay ακτιβιστής σεναριογράφος της ταινίας (ο οσκαρικός Ντάστιν Λανς Μπλακ του Milk) θα έχει κάνει ότι μπορεί για να διευκρινίσει όσα ο Ίστγουντ θα έχει προσπαθήσει με σοφία να συσκοτίσει. Από την δημιουργική, εντός του φιλμ, κόντρα δυο φιλοσοφιών κατασκευής, απορρέουν όσα καθιστούν στα μάτια μου το J.Edgar ένα άρρωστο αριστούργημα μεγάλης ωριμότητας.

Ένα άλλο, εξ’ ίσου σημαντικό, χαρακτηριστικό των σκηνοθεσιών του είναι το ξεσκαρτάρισμα, η οικονομία, η απαλοιφή του περιττού που επιτρέπει στην «ουσία» να διαπρέψει επί της οθόνης. Το J. Edgar (περίπου) αποτυγχάνει και εδώ, αφού πρόκειται για το πιο φλύαρο σενάριο που έχει κινηματογραφήσει ποτέ ο σκηνοθέτης, τον πιο πληροφορημένο συρφετό γεγονότων, περιστατικών και εικασιών που καταδέχθηκε ποτέ να βάλει σε μια σειρά.

Το συναισθηματικό βάρος της ταινίας αρχίζεις να το καταλαβαίνεις όταν πια αυτή έχει τελειώσει. Όταν, αφήνοντας πίσω τις προσδοκίες σου (αυτή δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μια βιογραφία πολεμικής ή καθαγιασμού, δεν θ’ αναλωνόταν ποτέ σε ιδεολογήματα, κρίσεις και ιστορικοφανή επιγράμματα), αρχίζεις να συναισθάνεσαι τις αντιθετικές δυνάμεις που την διέπουν, την ήπια ειπωμένη διαλεκτική της, τον κλονιστικό ανθρωπισμό της. Πολιτικά, δεν υπάρχει αμφιβολία, πως για τον σκηνοθέτη τεσσάρων τιτανικών γουέστερν, του Σκοτεινού Ποταμού, της διλογίας της Ιβοζίμα, του Γκραν Τορίνο και πολλών ακόμα φαινομενικά ήσσονων δημιουργιών, ο Χούβερ υπήρξε μια απωθητική προσωπικότητα. Για την καλμαρισμένη γνωστικότητα ενός διαυγούς υπερήλικα όμως, ο μηρυκασμός, λίγο ή πολύ, γνωστών περιστατικών και η ανάγκη εκ νέου διατύπωσής τους στον (καθόλου ανυπόληπτο) βωμό μιας ιδεολογικής πρότασης, δεν έχει πια και μεγάλη σημασία. Η Τέχνη δεν γίνεται για την κοινωνία – όχι τουλάχιστον από έναν γερασμένο loner χωρίς όνομα – γίνεται για να σωθείς ο ίδιος. Από τις τελευταίες σου σκέψεις, ενοχές ή, έστω, από την επιθανάτια ανάγκη να «πεις άλλη μια φορά την ιστορία σου».

Κάπως έτσι το J. Edgar μεταμορφώνεται βαθμιαία – και ανά προβολή, εικάζω – σε μια ταινία για την αυτομυθολόγηση. Ο μύθος Ίστγουντ (μέσα, μάλιστα από έναν άλλο σταρ που, απρόσμενα αλλά δίκαια, είναι η επιλογή του πρώτου ρόλου) επιχειρεί (ξανά) ν΄ αποφλοιώσει την αλήθεια του. Είναι του απ’ την υπερβολή του Φαίνεσθαι, όπως ακριβώς ζητά και από τον μυθικό κεντρικό του χαρακτήρα που δεν μπόρεσε ποτέ, όμως, να τολμήσει το ίδιο. Γι’ αυτό ίσως τον «αγαπά» την ίδια στιγμή που διΐσταται από αυτόν. (Όπως ακριβώς ο ίδιος ο Χούβερ δείχνει να σιχαίνεται αυτό που είναι).


Μ’ ένα απρόσμενο twist από τα πρώτα λεπτά, ο Ίστγουντ αναφέρεται σεβάσμια στην Βίβλο του αμερικανικού σινεμά, τον Πολίτη Κέιν, ακολουθώντας περίτεχνα κι ευλαβικά την παλινδρομική του αφήγηση, περνώντας μια ζωή σαν σε newsreel παιγμένο σ’ έναν από τους κάμποσους κινηματογράφους του φιλμ (σταρ, αίθουσες, ταινίες που σηματοδοτούν αλλαγές εποχών, ακόμα και το βαρύ μακιγιάζ του Χούβερ που θυμίζει τον γερασμένο Κέιν) κι ενόσω ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας υπαγορεύει την ιστορία των πεπραγμένων του με μοναδικό του μέλημα την αυτοναγόρευσή του σε μύθο. (Είναι μια λαμπρή ειρωνεία του φιλμ πως εκείνος που στην πράξη όρισε την έννοια της έρευνας των προσωπικών δεδομένων και της αποκάλυψης της αλήθειας, «αδυνατεί» να εκστομίσει την αλήθεια για τον εαυτό του…). Και, όπως και ο πολίτης Κέιν, έτσι και ο πολίτης Χούβερ, παραμένουν ένα αίνιγμα τυλιγμένο σ’ έναν γρίφο. Έναν γρίφο ασφυκτικής σεξουαλικής καταπίεσης (εκείνοι που ήθελαν να δουν τσόντα, εκτός του ότι θ’ απογοητευθούν οικτρά από την ευγένεια και την ανθρωπιά της παρουσίασης, ίσως θα ‘πρεπε να ελευθερωθούν από την tabloid αλήθεια και να σκεφτούν πως μπορεί τα πράγματα να είχαν και έτσι, «άδοξα» ακριβώς), μητρικής κηδεμονίας (το κουτσομπολίστικο crossdressing που ήθελες να δεις γίνεται η πιο συγκλονιστικά φροϋδική σκηνή του φιλμ), εντυπωσιακής ψυχολογικής μεταφοράς και αυτοάρνησης και, τέλος, ψυχαναγκασμού να μάθεις για τους άλλους, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να μάθεις για σένα. Ο Χούβερ του Ίστγουντ – και καθόλου του φαφλατά Μπλακ – είναι ένας, κατά την βιβλική παράφραση, άνθρωπος που κέρδισε τα πάντα, αλλά ούτε καν γνώρισε – πόσο μάλλον έχασε - τον εαυτό του. Χωρίς πιθανόν ποτέ να τολμήσει, είχε τον έρωτα (ένας θαυμάσιος Χάμερ, ακόμα και κάτω απ’ το φρικαλέο γερομακιγιάζ του), είχε την απόλυτη εξουσία, αλλά σαν ένας γνήσιος ιστγουντικός ήρωας, παγιδεύτηκε στην εικόνα του εαυτού του και πέθανε αδαής και αβοήθητος.

Στ’ αλήθεια δεν ξέρω αν σ’ αυτόν τον υπερπληροφορημένο κόσμο, οι σημερινές και οι επόμενες γενιές χρειάζονται να μάθουν τον ρατσισμό, την κομμουνιστοφοβία και την διαπλοκή του Χούβερ.
Αυτή είναι κοινή, προσβάσιμη γνώση.
Ίσως σημαντικότερο να ακουστεί είναι το πως (αυτό)εξολοθρεύεται όποιος ενδίδει σε τέτοιο βαθμό στην εξουσία.
Όποιας μορφής.