Δραματική κομεντί – ΗΠΑ –115’
Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Πέιν
Πρωταγωνιστούν : Τζορτζ Κλούνεϊ, Σαϊλίν Γούντλεϊ, Αμάρα Μίλερ
Για καιρό ένιωθα, χωρίς να καταλαβαίνω απόλυτα το γιατί, ότι είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Αλεξάντερ Πέιν. Οι Απόγονοι τους κλείνουν, με τον τρόπο τους. Οι ταινίες του είναι σαγηνευτικά μα και στρατηγικά (πλεονέκτημα;) γραμμένες, με καλούς ηθοποιούς (βέβαια, στο Απόγονοι δεν υπάρχει Τζακ Νίκολσον του Σχετικά με τον Σμιντ… άρα λιγότερη «τρέλα»), προσεκτική και σεβαστή ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ (με αυτή την σειρά).
Όλα αυτά χαρακτηρίζουν και τους Απογόνους – την πιο ολοκληρωμένη του (κατά την γνώμη πάρα πολλών) και οσκαρική του ταινία. Εκεί, στο τελευταίο, έπεσα λίγο έξω στις προβλέψεις μου – τον υπολόγιζα για πέντε- έξι οσκαρικές υποψηφιότητες, τις τέσσερις βασικές, που τις πήρε, και την φωτογραφία του «δικού» μας Φαίδωνα Παπαμιχαήλ – ο οποίος έμεινε έξω, και την θέση του πήρε το μοντάζ. Διόλου άσχημα, αν και είναι «βασικό» αουτσάιντερ δίπλα στο The Artist, που έμοιαζε, πλην όποιων άλλων, να έχει και περισσότερη πρωτοτυπία – και μια ελαφρά μεγαλύτερη κριτική εύνοια.
Να μια λέξη κλειδί: πρωτοτυπία. Σίγουρα, κανείς δεν κάνει το σινεμά του Πέιν με τον τρόπο που το κάνει ο Πέιν – αν και υπάρχουν πολλοί στην Αμερική που θυμίζουν τα μόνιμα ενδιαφέροντά του.
Λοιπόν, η λέξη κλειδί για τον Πέιν είναι άλλη. Είναι οι Απόγονοι πρωτότυπη ταινία; Με τον τρόπο της, ναι, αλλά η λέξη για τον Πέιν είναι ισορροπία. Σαν ακροβάτης σε (σχετικά χοντρό, πάντως) σκοινί, καταφέρνει να τα ισορροπήσει όλα – χιούμορ, δράμα, ερμηνείες… χωρίς να αλλάζει πραγματικά πολλά από ταινία σε ταινία. Πρωτοτυπία; Είπαμε, με τον τρόπο της. Και εδώ, αφήνει χώρο για μικρές μα αρκούντως πολύτιμες εκπλήξεις, μιλάει προσεκτικά για την ανθρώπινη ατέλεια, για την μοναξιά, ακόμα και για την περηφάνια – με έναν Τζορτζ Κλούνεϊ να κρατάει τις δικές του έξοχες ισορροπίες, ακόμα και στο (οσκαρικό) δάκρυ του αποχαιρετισμού της γυναίκας του, μέσα σε έναν κυκεώνα αντικρουόμενων συναισθημάτων.
Κανένας χαρακτήρας δεν είναι μονοδιάστατος, κι από εκεί έρχεται μέρος της γοητείας της ταινίας. Ο Πέιν, εκτός από ισορροπιστής, είναι και ανθρωπιστής – δεν επιτρέπει στους χαρακτήρες του να γίνουν καρικατούρες, ακόμα και στις πιο απρόοπτες δραματικές ή χιουμοριστικές σκηνές. Από τις τελευταίες, όπως προείπα, προηγείται το δράμα, γνώριμο κι από τον Σμιντ, ενός ανθρώπου που η ζωή του τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια – κι έχει χρόνο για να σκεφτεί, τον εαυτό του και τους άλλους, και να πάρει αποφάσεις. Στο… οικονομικό σκέλος της ταινίας, οι αποφάσεις είναι, παρά τα αρχικά φαινόμενα, προβλέψιμες. Η Χαβάη ανήκει στους Χαβανέζους – χωρίς πρόσθετες εξηγήσεις, γιατί αφενός όλοι στην ταινία Χαβανέζοι είναι, κι αφετέρου… γιατί δεν είδατε (ακόμα;) το φιλμ.
Η ταινία θα αρέσει – και θα αρέσει σε πολλούς, παρά το φαινομενικά βλοσυρό της θέμα, κυρίως στο ενήλικο κοινό. Παρά τις περιπλοκές και τις εκπλήξεις, ωστόσο, και τα πράγματα που (σοφά) δεν λέγονται- ο Πέιν αφηγείται, όπως κάθε καλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, δείχνει – ό,τι μπορείς να δεις- και δεν παραδίδεται σε περιττούς διαλόγους και επεξηγήσεις. Όλα είναι εκεί. Και παρά τα μικρά μυστήρια των ανθρώπων, η ταινία είναι απλή.
Αυτό κάτι αφήνει να συζητηθεί – μια προβλεψιμότητα που υφέρπει ανάμεσα στις τακτικές ανατροπές. Ψεγάδι; Για άλλους ναι, για τους περισσότερους όχι. Και η αίσθηση, μετά το τακτοποιημένο φινάλε, μιας έκρηξης που έλειπε. Λοιπόν, ο Πέιν δεν είναι εκρηκτικός. Ίσως- λέω, ίσως- για αυτό η ταινία να με άφησε με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Μέσα από μια ήρεμη, κυρίως, συστηματική (και πάλι -πλεονέκτημα;), κάποτε θαρρείς ανέμελη (όσα είναι να μείνουν, θα μείνουν, όπως μας υπενθυμίζουν και τα εμβόλιμα ωραία τοπία της Χαβάης, κι όσα είναι να φύγουν … θα φύγουν, ανεξάρτητα από την επιθυμία οποιουδήποτε, ή αν τα συνηθίζεις όλα) και μεγαλειώδη στα σημεία ταινία, το νοκ άουτ μιας αδιόρατης απουσίας – του μεγαλείου; - με στοιχειώνει.


















